Για λίγους
μήνες, μάνα.
Ώσπου να
φτιάξει ο καιρός να μη κρυώνεις μόνη.
Πάλι με τις
γειτόνισσες θα πίνεις τον καφέ σου
κάτω απ’ τον
ίσκιο της μουριάς.
Να λέτε, να
θυμάστε πόσοι σας βάραιναν καημοί,
πόσοι σας
πήραν χρόνοι.
Χατίρι δε
μου χάλασες.
Αγέλαστη σε
πήρα ένα πρωί απ’ το σπίτι σου.
Κρατούσα στο
‘να χέρι τα λίγα σου υπάρχοντα
και στ’ άλλο
έσερνα βαριά τα ογδοντάχρονά σου.
Αύριο πάλι
θα ‘μαι δω.
Και βιάστηκα
να φύγω, μη και το δάκρυ μου φανεί,
μα στην αυλή
σαν έφτασα γυρνώντας το κεφάλι
σε είδα στο
παράθυρο να μου κουνάς το χέρι.
Τέσσερα
χρόνια στη σειρά πίσω απ’ το ίδιο τζάμι,
πάντα με
καλωσόριζες και μ’ αποχαιρετούσες.
Δεν μου
παραπονέθηκες.
Μονάχα με
ρωτούσες τι κάνουν τα εγγόνια σου
κι αν πότισα
τις γλάστρες στο σπίτι σου που ‘ναι κλειστό
στην Άγιου
Δημητρίου.