Παρασκευή, 24 Απριλίου 2015

"Η Αυγούλα και ο Φωτεινός": ένα γλυκό παραμύθι από την Πιπίνα Έλλη.









 Ένα όμορφο παραμύθι που μιλά για ένα πονεμένο θέμα, όπως είναι η μετανάστευση!
 


Σε μια μικρή πολιτεία, σε μια συνηθισμένη γειτονιά, ζούσαν η κυρά Άρτεμη και η εγγονούλα της Αυγούλα.
Η γιαγιά Άρτεμη, που ήταν μέσης ηλικίας, ήταν χήρα από χρόνια. Οι γονείς της Αυγούλας  είχαν ξενιτευτεί μακριά, σε άλλη χώρα, όταν η Αυγούλα ήταν πολύ μικρή και ζούσε ακόμη ο παππούλης της. Η Αυγούλα τους σκέφτονταν κάθε μέρα, πρωί και βράδυ και προσεύχονταν στο Θεό να τους κρατά γερούς και να τους φέρει γρήγορα κοντά τους.
Κάθε πρωί λοιπόν η γιαγιά Άρτεμη ετοίμαζε δυο φρυγανιές για την εγγονούλα της και μια για τον εαυτό της και δυο κούπες με φρέσκο ζεστό γάλα και μέλι.  Έπιανε ύστερα και ταχτοποιούσε το σπίτι τους, και η Αυγούλα τη βοηθούσε, σα δεν πήγαινε στο σχολείο.  Τότε μίλαγαν για πολλά και διάφορα πράγματα και πάντα άρχιζαν οι κουβέντες τους με ερωτήσεις της Αυγούλας. Συχνά μίλαγαν για τους γονείς της, που δεν τους θυμόταν και καλά, αφού είχαν ξενιτευτεί αφήνοντάς την πίσω μικρή, γύρω στα τέσσερά της χρόνια. Τους ήξερε όμως πολύ καλά από τις πολλές φωτογραφίες που είχαν λάβει όλα ετούτα τα χρόνια του χωρισμού τους.  Πολλές φορές η μικρή ρωτούσε ανήσυχη τη γιαγιά της:
-Γιαγιούλα μου… δε νομίζεις ότι πέρασε πολύς καιρός από τότε που έφυγαν; Μήπως και μας ξέχασαν;
Η γιαγιά χαμογελούσε με κουράγιο και παρηγορούσε το μικρό παιδί, που δεν είχε νιώσει το χάδι των γονιών του.
-Όχι περιστέρα μου!.. Πώς μας ξέχασαν; Δε μας γράφουν; Δε μας στέλνουν κάρτες; Τις διαβάζεις και μόνη σου και ξέρεις τι λένε. Ή μήπως  δεν είν’ αυτοί που μας συντηρούν; Αλλά να: δε θέλουν να σ’ έχουν σε μια ξένη χώρα ολομόναχη, μακριά από τη γλώσσα και τα συνήθεια της δικής μας πατρίδας. Δουλεύουν πολύ σκληρά και υποφέρουν στη μοναξιά τους, όπως κι εμείς κοριτσάκι μου.  Και κάτι μέσα μου  λέει, κι ας μη μας το γράφουν, πως θα γυρίσουν γρήγορα κοντά μας, για πάντα! Μπορούν να ζήσουν μακριά από το παιδί τους;  Θέλουν κι αυτοί οι κακόμοιροι να σε χαρούν, να σε δούνε να μεγαλώνεις, από κοντά.  Αχ κοριτσάκι μου είμαστε ξενοκαμμένοι!..

Τα λόγια της γιαγιάς όσο κι αν ήταν παρηγορητικά, πολύ λίγο βοήθαγαν την Αυγούλα.  Όχι γιατί δεν πίστευε την αγαπημένη της γιαγιά, αλλά περισσότερο γιατί ένιωθε τους γονιούς της, τόσο μακρινούς κι άπιαστους, σαν κάποιο επιθυμητό όραμα.  Ήταν και τα παιδιά της γειτονιάς της. Αυτά δεν είχαν το ίδιο πρόβλημα μ’ αυτήν. Κι ακόμη γιατί, χωρίς καθόλου να το θέλει, ένιωθε μια ακαθόριστη πίκρα, μια ζήλεια για τα παιδιά, που είχαν πάντα κοντά τους γονείς τους.  Αυτά τα συναισθήματά της, σίγουρα δεν ήταν από κακία, αλλά από στέρηση αγάπης.
Περνούσε ωστόσο ο καιρός, και οι γονείς της Αυγούλας δεν γύριζαν πίσω, όπως παρηγοριόταν γιαγιά κι εγγονή  με τα δικά τους τα λόγια. Έτσι πέρασε κι άλλος χρόνος και η Αυγούλα μεγάλωνε και πλησίαζε ο καιρός να τελειώσει το δημοτικό σχολείο.

Ένα μεσημέρι, στις διακοπές του καλοκαιριού, η Αυγούλα είχε καθίσει σε μια πολυθρόνα, δίπλα στο παράθυρο της τραπεζαρίας και χάζευε με τον κήπο της γιαγιάς. Ήταν πολύ περιποιημένος ο κήπος τους.  Η γιαγιά, είχε φυτεμένα λαχανικά και μυρωδικά σε μια γωνιά του και παντού αλλού τα λουλούδια το στόλιζαν με την παρουσία τους.
Ξάφνου, ένα ασυνήθιστο πουλάκι, μικρούτσικο, πέταξε και στάθηκε πάνω στην ποδιά της Αυγούλας.  Πήδηξε πάνω στους ώμους της κι επάνω στο κεφάλι της εντελώς άφοβο, ξαφνιάζοντάς την, και τελικά κούρνιασε στην παλάμη του αριστερού της χεριού.  Η Αυγούλα σαστισμένη και χαρούμενη δεν πολυκουνιόταν για να μη το φοβίσει.  Ήταν τόσο όμορφο αυτό που συνέβαινε. Περίμενε λοιπόν να δει τη συνέχεια.
-Τι όμορφο και θαρραλέο πουλάκι που είσαι!  ψιθύρισε με θαυμασμό.
-Κι εσύ Αυγούλα! Είσαι γενναία κι ευγενική, απάντησε το μικρό πουλάκι μ’ ανθρώπινη φωνή, κάνοντας την Αυγούλα να μείνει άφωνη. Τόλμησε ωστόσο και ρώτησε:
-Πώς σε λένε; Έχεις όνομα;
-Με λένε Φωτεινό, είπε το πουλάκι κυττώντας την Αυγούλα στα μάτια σαν άνθρωπος.
-Παράξενο όνομα για πουλάκι! σκέφτηκε δυνατά η Αυγούλα.
-Μα… δεν είμαι πουλάκι! είπε πεισμωμένα ο Φωτεινός.
-Ω!.. συγγνώμη!.. Πού να τό ‘ξερα! είπε η Αυγούλα χαμογελώντας τώρα και με μια ελαφριά ειρωνεία στον τόνο της φωνής της.
-Δε με πιστεύεις λοιπόν; ρώτησε ο Φωτεινός λυπημένα.
-Θέλω να σε πιστέψω! Τι είσαι λοιπόν; επέμενε πάλι η Αυγούλα.
-Είμαι… άνθρωπος!  Να τι είμαι!  είπε θυμωμένα τώρα ο Φωτεινός.
-Άνθρωπος; ρώτησε η Αυγούλα με φανερή έκπληξη στη φωνή της.
-Ναι αμέ!.. Άνθρωπος!  Μη με βλέπεις έτσι…  είπε λυπημένα ο Φωτεινός κι έκανε την Αυγούλα να μετανιώσει για τον τρόπο της απέναντί του.
-Ναι… είναι αλήθεια αυτό, είπε κουνώντας το μικρό κεφαλάκι του.
-Μα τότε…, τόλμησε να πει η Αυγούλα.
-Γιατί είμαι έτσι; Είναι μια μεγάλη και λυπητερή ιστορία. Θά ‘θελες να σου τη διηγηθώ; ρώτησε κυττώντας την σχεδόν παρακλητικά.
-Ναι… Πολύ θα το ήθελα! είπε η Αυγούλα χωρίς καλά-καλά να καταλαβαίνει αυτό που της συνέβαινε.
-Σ’ ευχαριστώ Αυγούλα! Το ήξερα ότι είσαι σπουδαίο κορίτσι! Λοιπόν… Ήμουν παιδί στην ηλικία σου, όταν συνέβη το… δυστύχημα. Με μια καλή γιαγιά, με καλούς  γονείς… όπως κι εσύ.  Αλλά, θα πρέπει να το παραδεχτώ, πως κάθε φορά που περπατούσα στο γειτονικό δάσος, με μάγευε το κελάιδισμα των πουλιών και η ικανότητά τους να πετούν ελεύθερα στον αγέρα.  Μια ηλιόλουστη μέρα λοιπόν, κίνησα για το δάσος κι εκεί που θαύμαζα τα πετούμενα ζωντανά του Θεού, αναστέναξα και είπα μόνος μου: “Αχ!.. και νά ‘χα τη χάρη σας!  Αχ και νά ‘μουν πουλάκι ελεύθερο και να πετώ στα γαλάζια ύψη!” Δεν πρόλαβα να τελειώσω, σου λέω, και νά ‘σου μια μικρή νεράιδα, τοσοδούλα, που χώραγε στη μια παλάμη μου. Ήταν ντυμένη με θαυμάσια ρούχα και ήταν πολύ όμορφη και γεμάτη από φως! Τρόμαξα στην αρχή, αλλά μετά τη συνήθισα. Την κύτταξα λοιπόν ξανά και ξανά απορημένος.  Αυτή έφτιαχνε τα ρούχα της, τα μαλλιά της που ανέμιζαν και τα παπούτσια της που ήταν λιγάκι σκονισμένα, λες και είχε έρθει από μακριά.  Εγώ την παρακολουθούσα χωρίς καλά-καλά ν’ αναπνέω, λες και φοβόμουν, ότι μπορούσα και να  την έδιωχνα, αν έκανα την παραμικρή κίνηση. Τέλος σταμάτησε να φτιάχνεται, και με ρώτησε σοβαρά σταυρώνοντας τα χέρια της:
-Ώστε αλήθεια Φωτεινέ θά ‘θελες να γίνεις ένα όμορφο πουλάκι, για να πετάς ελεύθερος στον γαλανό ουρανό;
-Ε… Ναι. Βέβαια, είπα χωρίς καθόλου να το σκεφτώ.
-Μα δεν έχεις οικογένεια; με ρώτησε.
-Έχω, πως δεν έχω! είπα ανόητα.
-Και πώς θα σε γνωρίσουν αν γίνεις πουλάκι;  Το ξέρεις πως θα σε χάσουν και θα τους χάσεις; επέμενε η μικρή νεράιδα.
-Μα θα τους μιλήσω, θα τους εξηγήσω, επέμενα με πείσμα, εγώ ο ανόητος.
-Φωτεινέ, εγώ μπορώ ξέρεις να σε βοηθήσω, αλλά θέλω πρώτα να το σκεφτείς καλά-καλά. Αν αύριο, θέλεις ακόμη να μεταμορφωθείς σε πουλάκι, εγώ θα σε περιμένω εδώ.  Σκέψου το όμως πολύ-πολύ σοβαρά! Επέμενε η νεράιδα. Ώσπου να πω κάτι ακόμη, είχε εξαφανιστεί. Εγώ, χωρίς να πω τίποτε σε κανέναν, ξεκίνησα την άλλη μέρα για το δάσος. Μια φοβερή περιέργεια και μια απιστία προς τα λόγια της νεράιδας μ’ έσπρωχναν προς τα ‘κει. Όταν έφτασα στο μέρος που ορίσαμε να συναντηθούμε, αυτή, η νεράιδα δηλαδή, με περίμενε εκεί.
-Ήρθες λοιπόν!..  Πάει να πει ότι το σκέφτηκες σοβαρά και τ’ αποφάσισες, είπε κυττώντας τα μάτια μου.
-Ναι αμέ! Αποφάσισα ότι μου αρέσει να τραγουδώ όμορφα και να μαγεύω την ακοή σαν τα πουλιά, κι ακόμη να πετώ ελεύθερο στον ουρανό.
-Σκέφτηκες τους γονείς σου; Μίλησες για τις επιθυμίες σου σε κανέναν; με ξαναρώτησε.
-Τα σκέφτηκα όοοολα! Είπα με πείσμα και περίμενα με μια φοβερή αγωνία.
-Αφού επιμένεις, εγώ η νεράιδα που πραγματοποιεί τις παράξενες επιθυμίες… θα σε βοηθήσω να γίνεις πουλί, αλλά… δε θα σου επιτρέψω να μιλάς με ανθρώπινη φωνή. Θα μιλάς και θα τραγουδάς σαν πουλί, μόνο, είπε, κι εγώ συμφώνησα.
Έβγαλε από τον κόρφο της ένα μικροσκοπικό μπουκαλάκι και ανοίγοντάς το, μου πρότεινε να πιω το περιεχόμενό του.  Μέσα μου γέλαγα.  Δεν την πίστευα.  Άκου λέει θα γίνω πουλί! Μέσα μου ήταν όλα μπερδεμένα: οι σκέψεις μου και τα αισθήματά μου. Το πήρα όμως τελικά το μικροσκοπικό μπουκαλάκι και τ’ άδειασα στο στόμα μου.  Ήταν μια-δυο σταγόνες υγρές!  Ξαφνικά έγινε κάτι το φοβερό: ζάρωσα, μίκρυνα, μίκρυνα, τα χέρια μου άρχισαν να γίνονται φτερούγες, τα πόδια μου μικροσκοπικά, κιτρινιάρικα, αδύνατα, πουλίσια ποδαράκια και το κεφάλι μου, αυτό που βλέπεις. Όταν άνοιξα το ράμφος μου να πω κάτι, βγήκε μια τρίλια, αδέξια! Ήμουν βέβαια ένα καινούργιο πουλί, χωρίς καμιά πείρα.  Δεν ήξερα πού να πάω, κι έτσι πέταξα πίσω στο σπίτι μου. Εκεί όμως υπήρχε μεγάλη αναστάτωση.  Οι γονείς μου ανησυχούσαν που δεν είχα επιστρέψει και μερικοί συγγενείς και φίλοι είχαν αποχωρήσει πριν από ώρες, για να με βρουν. Η μητέρα μου πότε έκλαιγε και πότε με φώναζε κι έκανε την καρδιά μου να χοροπηδά στο στήθος μου, από αγωνία και λύπη.  Πήγα κοντά της και κάθισα στον ώμο της τιτιβίζοντας, μα δεν μπορούσε να με γνωρίσει.  Άρχισα να κλαίω και να την παρακαλάω  να με κυττάξει, κι αυτή η δύστυχη χωρίς να με γνωρίσει, με χάιδεψε και είπε λυπημένα:
-Αχ αγαπημένε μου Φωτεινέ… ακόμη και τα πουλάκια σε κλαίνε!
Αυτό μ’ έκανε να νιώσω τόσο ένοχος και τόσο απερίσκεπτος, που στην απελπισία μου αποφάσισα να γυρίσω πίσω στο δάσος αποφασισμένος να βρω τη νεράιδα, που μ’ είχε μεταμορφώσει σε πουλί. Μα η νεράιδα είχε εξαφανιστεί. Κάθε μέρα έτρεχα στο μέρος όπου είχαμε συναντηθεί και την περίμενα επίμονα κλαίγοντας και παρακαλώντας στα χαμένα. Πέρασαν έτσι πολλές ημέρες ώσπου κάποια στιγμή μ’ άκουσε. Μου μίλησε πολύ αυστηρά:
-Φωτεινέ!.. Σ’ ακούω που κλαις κάθε μέρα και με φωνάζεις! Αυτό με κάνει να λυπάμαι.  Γιατί αποδεικνύει ότι ήσουν αληθινά επιπόλαιος. Δε σε προειδοποίησα ότι θα πρέπει να το σκεφτείς καλά; Δεν ήταν αυτό μήνυμα ότι δε θα πρέπει να μετανιώσεις;  Τώρα πώς μπορώ να σε βοηθήσω;
-Καλή μου νεράιδα, τα ξέρω όλ’ αυτά. Ήμουν εγωιστής κι επιπόλαιος, το ξέρω! Δε θέλω τίποτα για τον εαυτό μου αυτή τη φορά! Σκέφτομαι μόνο τους γονείς μου. Αχ!  Βοήθησέ με!.. Είναι τόσο δυστυχισμένοι, δεν μπορώ να το αντέξω!
-Ω! Φωτεινέ!.. Μα δε μπορώ πια να σε κάνω άνθρωπο, δε μπορώ! Μπορώ μόνο να σου δώσω πίσω την ανθρώπινη φωνή σου,  κι έτσι ίσως μπορέσεις να πεις τη θλιβερή ιστορία σου σε κάποιον συνάνθρωπό σου. Αν αυτός ο συνάνθρωπος σε πονέσει και κλάψει για το δράμα σου, τότε ίσως ο καλός Θεός να σε λυπηθεί και μπορεί να σου δώσει πίσω την παλιά σου μορφή.
Λαχτάρησα που λες στα λόγια της νεράιδας.  Πέταξα και γύρισα γειτονιές στην πόλη αυτή και στα περίχωρα ψάχνοντας να βρω έναν άνθρωπο καλόκαρδο και πονετικό. Και διάλεξα εσένα Αυγούλα για να σου πω τον πόνο μου. Σε είδα πολλές φορές να στέκεσαι και να μελαγχολείς και σ’ άκουσα  να μιλάς με τη γιαγιά σου. Ξέρω τον πόνο σου κι εσύ ξέρεις τώρα το δικό μου. Θέλω να πω, πως μετανιώνω για το λάθος μου να πάω ενάντια στη φύση μου, στον Πλάστη μου, να γίνω εγώ η αιτία να υποφέρουν οι γονείς μου.  Είναι σκληρή η τιμωρία μου και το ξέρω πως δεν αξίζω τη συγγνώμη κανενός.  Ω!  Ποιος μπορεί να κλάψει για ένα επιπόλαιο κι εγωιστικό πλάσμα σαν κι εμένα;  Είμαι άξιος της τύχης μου!  είπε ο δυστυχισμένος Φωτεινός κι άρχισε να κλαίει.
Η Αυγούλα δεν άντεξε στη θέα του Φωτεινού που έκλαιγε.  Ένιωσε τη λύπη της να ξεχειλίζει καθώς είδε τα δάκρυα του φτωχού Φωτεινού να τρέχουν. Σκέφτηκε τους πονεμένους γονείς του, τους λυπήθηκε κι έφερε στο μυαλό της τους δικούς της γονείς που ίσως και να υπέφεραν που δεν βλέπονταν κι όλα τα συναισθήματά της, ανακατεμένα μέσα της, την έκαναν ν’ αναστενάξει βαθειά:
-Αχ!  Φωτεινέ… πόσο σε λυπάμαι! Ξέρω τι πα να πει να μην έχεις τους γονείς σου δίπλα σου, να υποφέρεις και να υποφέρουν… Ξέρω πως τιμωρήθηκες πολύ για την επιπολαιότητά σου. Αχ!.. πόσο σε λυπάμαι! Αλήθεια, πόσο σε λυπάμαι! είπε και κρύβοντας το πρόσωπό της στις δυο της παλάμες  άρχισε να κλαίει με λυγμούς.
Όταν ανασήκωσε το κεφάλι της αντίκρισε ένα παιδί της ηλικίας της, απέναντί της που την κύτταζε μ’ ένα βλέμμα γεμάτο ευγνωμοσύνη. Η Αυγούλα ξαφνιάστηκε:
-Ποιος είσαι πάλι εσύ; ρώτησε ντροπιασμένη, σκουπίζοντας βιαστικά τα δάκρυά της.
-Είμαι ο Φωτεινός, Αυγούλα! απάντησε το παιδί.
-Ο Φωτεινός; Ήταν λοιπόν αλήθεια όλα αυτά; είπε η Αυγούλα και σηκώθηκε από την πολυθρόνα της.
Ο Φωτεινός άπλωσε τα χέρια του κι έπιασε τα δικά της.
-Σ’ ευχαριστώ Αυγούλα!  Σ’ ευχαριστώ!.. είπε με μάτια που έλαμπαν από ευτυχία κι ευγνωμοσύνη.
-Αυγούλα!.. άκουσε μια φωνή.
-Ναι!.. Ναι  είμαι χαρούμενη… τόσο χαρούμενη! Εξακολούθησε να λέει.
-Αυγούλα!.. Κόρη μου σε πήρε ο ύπνος μπροστά στ’ ανοιχτό παράθυρο. Μη μου κρυώσεις στο ρεύμα!  Άκου που παραμίλαγες κιόλας!
Η Αυγούλα άνοιξε τα μάτια της που ήταν ακόμη υγρά.
-Μα ήταν όνειρο!.. Ήταν όνειρο!.. Ήταν όνειρο γιαγιά!
-Τι μου λες τώρα παιδί μου; είπε η γιαγιά παραξενεμένη.
-Ένα πολύ παράξενο όνειρο γιαγιά… ίσως να σου το πως κάποια στιγμή!..
-Μεσημεριάτικο όνειρο!  Καλό κι αυτό! είπε η γιαγιά χαμογελώντας.

Πέρασαν οι διακοπές και η Αυγούλα γύρισε πίσω στο σχολείο.  Και τότε τον είδε αυτόν, το Φωτεινό, τον καινούργιο της συμμαθητή. Μα ήταν αληθινά παράξενο.  Κάπου ίσως να τον είχε συναντήσει αυτόν τον Φωτεινό ήταν σίγουρη γι αυτό. Γι’ αυτό ίσως και να τον είχε ιδεί στον ύπνο της. Πώς αλλιώς μπορούσε να τον γνωρίζει; Μίλησε στη γιαγιά της όταν γύρισε στο σχολείο.
-Η τύχη σκαρώνει κάποτε αστεία τέτοιου είδους, είπε εκείνη.
Την μεθεπόμενη η γιαγιά την περίμενε στο κατώφλι του σπιτιού τους κρατώντας ένα γράμμα. Μόλις είδε την Αυγούλα άρχισε να κουνά το χέρι της με το γράμμα.  Η Αυγούλα ένιωσε την καρδιά της να χοροπηδάει από αγωνία.  Θα πρέπει να ήταν γράμμα από τους γονείς της και μάλιστα με πολύ καλά νέα.  Το συμπέρανε, βλέποντας τη γιαγιά και παρατηρώντας τις κινήσεις της, που από μακριά έδειχναν ότι ήταν χαρούμενη.
-Έρχονται Αυγούλα μου!.. Έρχονται σου λέω!.. Αγκάλιασε την εγγονούλα της χαρούμενη κι άφησε τα δάκρυά της ελεύθερα.
Η Αυγούλα θυμήθηκε άθελά της και πάλι τ’ όνειρό της, τα δάκρυά της για το δυστυχισμένο Φωτεινό, για τους γονείς του και τους δικούς της. Δεν ήξερε γιατί τα συνδύαζε. Σήκωσε τα μάτια προς τον ουρανό και ψέλλισε μ’ ευγνωμοσύνη:
-Σ ευχαριστώ Θεέ μου!.. Σ’ ευχαριστώ!.. Γιαγιά μου έλα, έλα λοιπόν,  πάμε μέσα για να διαβάσουμε τις λεπτομέρειες.  Έχουμε να ετοιμαστούμε για τον ερχομό των δικών μας.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου