Τετάρτη, 2 Σεπτεμβρίου 2015

«Απ’ τον εφιάλτη στο όνειρο»:ένα βραβευμένο παραμύθι από τον Μοσχόπουλο Γεράσιμο.




Σε μια γειτονιά, όχι κάπου μακριά, σ’ ένα σπίτι γεμάτο θαλπωρή ένα παιδί έχει πέσει για ύπνο. Για την ακρίβεια, έχει πέσει σ’ ένα ανήσυχο ύπνο. Αλλάζει πλευρό συνεχώς, ενώ κοιμάται, αλλά δεν μπορεί να ξεφύγει απ’ τον εφιάλτη του. Ονειρεύεται ένα δράκο να τον κυνηγάει και να του ρίχνει φλόγες, ενώ τρέχει για να τον αποφύγει σ’ ένα σκοτεινό λαβύρινθο. Σε κάποιο σημείο του ονείρου οδηγείται σε αδιέξοδο. Άκουγε το δράκο να πλησιάζει και δεν αντέχει άλλο το φόβο του, οπότε ξυπνάει. Είναι καταϊδρωμένο σα μουσκεμένο παπί και η καρδιά του χτυπάει σαν ένα τύμπανο σε μια τελετή γιορτής σ’ ένα νησί ιθαγενών. Είναι αγχωμένος ο μικρός Άγγελος λες κι είχε, μόλις, υποχωρήσει από μάχη με τον ορκισμένο εχθρό του. Δεν ήταν η πρώτη φορά που έβλεπε αυτόν τον εφιάλτη. Ήθελε να μιλήσει σε κάποιον χωρίς, όμως, να ξυπνήσει τον μπαμπά ή τη μαμά, καθώς δούλευαν την επόμενη μέρα. Συνεπώς, σκέφτηκε να ενοχλήσει τον παππού, αφού τους είχε επισκεφτεί από το χωριό και του είχε πει πως αν χρειαστεί κάτι να του μιλήσει οποιαδήποτε στιγμή. Αυτή η στιγμή είχε φτάσει. Η σελήνη αχνόφεγγε μες στο δωμάτιο του Άγγελου κι έτσι μπορούσε να δει που είναι ο φακός του. Μόλις τον βρίσκει, φοράει τις παντόφλες του και τον ανάβει για να βλέπει. Κατευθύνεται προς τον ξενώνα, όπου κοιμάται ο παππούς. Σαν πλησίαζε προς το δωμάτιό του, θαρρείς πως άκουγε κάποιο τρένο να περνάει, αλλά ήταν το ροχαλητό του παππού! Η πόρτα ήταν ανοιχτή και σαν μπήκε μέσα στον ξενώνα, ο παππούς ξύπνησε.
            «Δεν έχεις ύπνο Άγγελε;»
            «Όχι, παππού. Είδα ένα εφιάλτη και φοβήθηκα».
            «Καλά έκανες και ήρθες να μου το πεις. Δώσε μου για λίγο το φακό σου» και σαν τον πήρε στα χέρια του άνοιξε το συρτάρι του κι έψαχνε κάτι μέσα σε αυτό. Αν και ήταν μεταμοντέρνος παππούς και είχε προμηθευτεί το ηλεκτρονικό τσιγάρο, η περίσταση σήκωνε πιο γευστικά πράγματα.
            «Α, το βρήκα! Θα σ’ ακούσω να μου τα αφηγείσαι όλα, αλλά θα μου επιτρέψεις να καπνίσω το τσιμπούκι μου. Ας πάμε στη βεράντα για να μη σ’ ενοχλεί ο καπνός».

            Ο ξενώνας επικοινωνούσε με μια βεράντα και οι δυο μας πρωταγωνιστές κατευθύνθηκαν προς τα εκεί. Αφού καθίσανε, ο εγγονός αφηγήθηκε τον εφιάλτη του στον παππού και ο τελευταίος άκουγε την εξιστόρηση, χωρίς να διακόπτει, καπνίζοντας την πίπα του. Όταν τελείωσε η αφήγηση του Άγγελου, ο παππούς αποφάνθηκε:
            «Πολύ ενδιαφέροντα αυτά που μου λες. Μου θυμίζουνε μια ιστορία που μου είχε εξιστορήσει ο δικός μου παππούς. Είναι κάτι σα μια οικογενειακή παράδοση».
            «Από το στόμα του παππού σε αυτί εγγονού μεταδίδεται η ιστορία;» παρατηρεί ο Άγγελος.
            «Ναι, έτσι! Μπορεί μεθαύριο να την εξιστορήσεις στο δικό σου εγγόνι» είπε ο παππούς και διέκοψε για να καπνίσει την πίπα του. Ύστερα, συνέχισε, λέγοντας:
            «Πρόκειται για ένα μικρό παιδί κοντά στην ηλικία σου. Ζούσε, όμως, σε μια άλλη εποχή σ’ ένα βασίλειο της ανατολής. Ήταν ένας μικρός πρίγκιπας κι είχε ακριβώς τους ίδιους εφιάλτες με σένα. Έβλεπε ένα δράκο να τον καταδιώκει και ξύπναγε φοβισμένος. Δεν ήθελε να μιλήσει στον πατέρα του για αυτά τα κακά όνειρα, καθώς δεν ήθελε να παραδεχτεί τους φόβους του. Ήταν ο πρωτότοκος γιος και δεν παραδεχότανε τις αδυναμίες του εύκολα. Φανέρωνε στον πατέρα του τα δυνατά του στοιχεία. Όσο για τη μητέρα του, ένιωθε πως δεν θα τον καταλάβαινε. Συνεπώς, πήγε στο μάγο του βασιλείου τον οποίο εμπιστευότανε. Ο μάγος άκουσε προσεκτικά το μικρό πρίγκιπα κι ύστερα απάντησε:
            «Πιστεύω πως μπορώ να σε βοηθήσω. Θα χρειαστεί ν’ αφιερώσεις κάποιο χρόνο σε αυτά που θα σε συμβουλέψω να κάνεις. Είναι μια τεχνική γνωστή απ’ τους αρχαίους μύστες. Είναι απαραίτητο να ξαπλώσεις ανάσκελα και να έχεις λίγα κεριά αναμμένα. Επίσης, να κρατάς τα μάτια σου κλειστά καθ’ όλη τη διάρκεια της πρακτικής. Αρχικά, αυτοσυγκεντρώνεσαι στους ήχους του περίγυρού σου είτε είναι ο φρουρός έξω από το δωμάτιό σου, είτε ο ντελάλης που ανακοινώνει ένα διάταγμα του πατέρα σου. Θ’ ακούς τους ήχους χωρίς να τους αναλύεις. Μετά από αυτό, θα μετράς αντίστροφά κι, επιπλέον, θα εισπνέεις και θα εκπνέεις ταυτόχρονα. Αυτό θα σε χαλαρώσει και θα σε φέρει σε μια κατάσταση μεταξύ ύπνου και ξύπνιου. Έπειτα, αυτοσυγκεντρώνεσαι στο χώρο μπροστά από τα κλειστά μάτια. Εκεί που βλέπουμε τα όνειρα. Οραματίσου τον εφιάλτη που σε προβληματίζει, αλλά προσπάθησε να είσαι αποστασιοποιημένος σα να παρακολουθείς το γελωτοποιό να δίνει μια θεατρική παράσταση. Η λύση θα έρθει από μόνη της».
            «Έτσι, όπως το λες, ακούγεται λες και είναι κάτι απλό» είπε ο μικρός πρίγκιπας.
            «Εντάξει μπορεί να μου φαίνεται εμένα απλό γιατί το εφαρμόζω χρόνια. Θα το μάθεις κι εσύ. Ο νους μας είναι σαν ένα καράβι και με αυτήν τη τεχνική μαθαίνεις να πηγαίνεις κόντρα στο κύμα μες στην καταιγίδα».  
            Το επόμενο βράδυ ο μικρός πρίγκιπας ξάπλωσε αναπαυτικά στο κρεβάτι του και άρχισε να χαλαρώνει. Μόλις τελείωσε η διαδικασία της χαλάρωσης δεν ήταν δύσκολο να οραματιστεί ένα δράκο μπροστά από τα κλειστά του μάτια. Είχε χαλαρώσει τόσο βαθιά που δεν ήταν σίγουρος αν έβλεπε όνειρο ή οραματιζότανε. Το σίγουρο είναι πως έβλεπε πλέον τον δράκο να λεηλατεί την πόλη του βασιλιά, δηλαδή του πατέρα του. Έπειτα, ο δράκος τον πλησίασε και του ψέλισε στο αυτί αντί για φωτιά την παρακάτω φράση:
«Βοήθεια! Είμαι εγκλωβισμένος!».
Μετά από αυτήν τη σκηνή, ξύπνησε μουσκεμένος από τον ιδρώτα λες και τον είχαν μπουγελώσει. Φασαρία και πανικός επικρατούσε στο παλάτι. Βγήκε ο μικρός πρίγκιπας από το δωμάτιό του, κρατώντας ένα πυρσό. Δεν είχε συνειδητοποιήσει ακόμα τι είχε συμβεί, αλλά μόλις συνάντησε ένα βασιλικό φρουρό, απαίτησε να μάθει τι συμβαίνει.
«Δεν είναι ασφαλές πρίγκιπά μου να κυκλοφορείτε στην αυλή του παλατιού. Μόλις δεχτήκαμε επίθεση από ένα δράκο! Γυρίστε πίσω στην κάμαρά σας».
Ο μικρός πρίγκιπας έκανε πως γυρνάει πίσω, αλλά μόλις απομακρύνθηκε ο φρουρός, κατευθύνθηκε προς την κάμαρα του μάγου. Σαν έφτασε, κίνησε για να χτυπήσει την πόρτα, μα ο μάγος άνοιξε στον μικρό ήρωά μας να μπει μέσα, λέγοντάς του:
            «Σε περίμενα! Έλα μέσα».
            «Είμαι μπερδεμένος με το όνειρο και την επίθεση του δράκου».
            «Είναι φυσικό να νιώθεις έτσι. Είχες κι άλλο όνειρο, έτσι δεν είναι;» και ο μικρός πρίγκιπας έγνεψε καταφατικά.
            «Πες μου τι είδες! Είναι πολύ σημαντικό».
            «Είδα τον δράκο να μου ζητάει βοήθεια και μου είπε πως είναι εγκλωβισμένος».
            «Ναι, αυτό είναι αλήθεια. Οι δράκοι προέρχονται από ένα άλλο κόσμο άγνωστο σε μας. Για κάποιο λόγο άνοιξε κάποια πύλη και ο δράκος έχει εγκλωβιστεί στον δικό μας κόσμο. Ίσως ερχότανε στα όνειρά σου για να σου δείξει πως χρειάζεται βοήθεια».
            «Τότε, είναι και δική μου ευθύνη να του δείξω τον σωστό δρόμο».
            «Είναι παράτολμο αυτό πρίγκιπά μου!»
            «Αν δεν το κάνω, οι ιππότες του πατέρα μου θα τον σκοτώσουν!»
            «Έχεις δίκιο και φυσικά έχεις πάρει από το θάρρος του πατέρα σου! Θα σου δώσω αυτό το λάδι με το οποίο θα λούσεις ολόκληρο το σώμα σου, ώστε η φωτιά του δράκου να μην σε κάψει. Με την μαγική μου μπάλα έχω εντοπίσει το μέρος όπου λιμνάζει ο δράκος. Είναι η σπηλιά του χρυσαφιού. Οι δράκοι τρέφονται με αυτό. Πάρε και αυτό το μαγικό σπαθί. Όταν γίνει το χρώμα του πράσινο, τότε θα καταλάβεις πως είσαστε κοντά στην πύλη για τον κόσμο του δράκου».
            «Σε ευχαριστώ για την βοήθεια!»
            Ο μικρός πρίγκιπας άφησε τον μάγο κι αφού έκανε τις απαραίτητες προετοιμασίες, ξεκίνησε το ταξίδι για την σπηλιά. Ντύθηκε με ένα απλοϊκό μανδύα, ώστε να μην καταλάβουν ότι είναι ο γιος του βασιλιά. Έτσι κατάφερε να ξεγλιστρήσει από το παλάτι. Στο δρόμο για την σπηλιά, συναντούσε απελπισμένους χωρικούς που είχαν καεί τα σπίτια τους από την φλεγόμενη ανάσα του δράκου. Η σπηλιά δεν ήταν μακριά από το παλάτι, οπότε έφτασε πριν την ανατολή του ήλιου. Πριν μπει μέσα προσευχήθηκε στη θεά του φεγγαριού να τον κρατήσει ασφαλή. Δείλά-δειλά έκανε τα πρώτα βήματα προς το εσωτερικό της σπηλιάς. Η σπηλιά ήταν σκοτεινή και ο πυρσός που κρατούσε στο χέρι του ήταν το μοναδικό φως. Ένα φως που φέγγιζε αχνά. Σαν εισχωρούσε βαθύτερα άκουγε κάποιους θορύβους σα βαρύτονους γδούπους. Πρέπει να ήταν ο δράκος. Ξαφνικά, χωρίς καμιά προειδοποίηση, φωτίστηκε όλη η σήραγγα που βρισκότανε και πνίγηκε στις φλόγες. Μόνο που δεν έπαθε τίποτα, αφού είχε πλυθεί με το λάδι του μάγου. Αφού τελείωσε η καυτερή ανάσα του δράκου, ο τελευταίος αναφώνησε:
            «Στείλανε ένα μικρό παιδί για να με αντιμετωπίσει;»
            «Έρχομαι ειρηνικά».
            «Τότε γιατί κουβαλάς σπαθί στο ζωνάρι σου; Εμείς, οι δράκοι βλέπουμε από μακριά και στο σκοτάδι».
            «Είναι μαγικό σπαθί. Θα μας δείξει που είναι ο δρόμος για το σπίτι σου».
            «Ένας μικρός άνθρωπος σαν και σένα γιατί να βοηθήσει ένα δράκο;»
            «Επειδή ερχόσουνα στους εφιάλτες μου. Αποφάσισα να αντιμετωπίσω τους φόβους μου και να βοηθήσω το βασίλειό μου. Έχεις προκαλέσει μεγάλες καταστροφές».
            «Συντονίστηκες στις σκέψεις μου. Είναι εξαιρετικό χάρισμα αυτό που έχεις. Είναι αλήθεια πως κατέστρεψα μικρέ άνθρωπε, αλλά όλοι τους μόλις με αντικρίζουν, βιάζονται να με σκοτώσουν, χωρίς ποτέ να μπορούν να αντιληφθούν ότι είμαι μια χαμένη ψυχή και ότι απλώς προσπαθώ να επιστρέψω σπίτι μου. Ανέβα στη ράχη μου. Αν πετάμε, θα βρούμε πιο γρήγορα το σωστό δρόμο».
            Ο μικρός πρίγκιπας ανέβηκε πάνω στο δράκο και οι δυο τους πετάξανε στους αιθέρες. Η αίσθηση ήταν μοναδική. Το σπαθί γινότανε ολοένα και πιο πράσινο, καθώς πετούσαν προς βορρά. Φτάσανε σε ένα δάσος και προσγειωθήκανε. Το σπαθί έλαμπε καταπράσινα. Μόλις προχωρήσανε λίγο προς το εσωτερικό τους δάσους, φτάσανε σε ένα ξέφωτο κι εκεί υπήρχε μια φωτεινή πύλη. Ο δράκος αναφώνησε:
            «Μα τους Θεους! Μια πύλη που οδηγεί στον κόσμο μου! Σε ευχαριστώ μικρέ άνθρωπε!» είπε ο δράκος, περνώντας την πύλη του φωτός και γυρίζοντας πίσω στον κόσμο του.
            Ο μικρός πρίγκιπας ήταν χαρούμενος που βοήθησε τον δράκο να επιστρέψει και ταυτόχρονα έβαλε ένα τέλος στους εφιάλτες του. Ο δρόμος της επιστροφής θα ήταν εύκολος, αφού βρισκότανε μέσα στα σύνορα του βασιλείου και συνάμα μέσα από τον μανδύα φορούσε βασιλική ενδυμασία με το έμβλημα του βασιλείου: το λιοντάρι που βρυχάται. Το μόνο που είχε να κάνει είναι να δείξει την βασιλική του ενδυμασία σε κάποιον από τους φρουρούς της χώρας και ο τελευταίος θα τον συνοδεύσει μέχρι το παλάτι. Ο βασιλιάς θα είναι περήφανος για το κατόρθωμά του.
            «Αυτή ήταν η ιστορία για τον μικρό πρίγκιπα και τον δράκο που τον επισκεπτότανε στους εφιάλτες του. Τι συμπεραίνεις από αυτό το παραμύθι;»
            «Ότι οι εσωτερικοί μας φόβοι συνδέονται άμεσα με τους φόβους του εξωτερικού κόσμου!»
            «Πολύ ωραία! Και συναμα το ό,τι κάποιος που φαίνεται πως θέλει να μας βλάψει, μπορεί να μην έχει τέτοιους σκοπούς και να μην το κάνει επίτηδες! Σου συνιστώ να κάνεις κι εσύ την τεχνική του μάγου. Θα σε βοηθήσει να δεις τα πράγματα πιο καθαρά».
            «Ωραία, παππού! Θα το κάνω! Μ’ ενέπνευσε η ιστορία σου!»
            «Χαίρομαι αγόρι μου. Έχει περάσει και η ώρα. Σε λίγο θα ξημερώσει. Καλύτερα να γυρίσουμε στα κρεβάτια μας πριν χαμογελάσει ο ήλιος και για σήμερα».
            «Καλό ξημέρωμα παππού!»
            Το επόμενο βράδυ ο Άγγελος, αφού είχε κλείσει τα φώτα του δωματίου του κι είχε ξαπλώσει ανάσκελα, προσπαθούσε να χαλαρώσει με την τεχνική της αυτοσυγκέντρωσης στην αναπνοή και την ταυτόχρονη αντίστροφη μέτρηση. Σε κάποια φάση ένιωθε το σώμα του πολύ ελαφρύ, λες και πετούσε, οπότε πέρασε στον οραματισμό. Η χαλάρωσή του ήταν βαθιά. Σχεδόν κοιμότανε. Δεν άργησε ο δράκος να εμφανιστεί, αλλά αυτή τη φορά δε φοβήθηκε, αλλά απλώς τον παρατηρούσε. Ο δράκος ψέλισε:
            «Βοήθησέ με! Είμαι χαμενος μες στο λαβύρινθο!», τότε ο Άγγελος απάντησε νοερά:
            «Φώτισε με τη φλογερή σου ανάσα στα τοιχώματα!» και σαν το κάνει ο δράκος, τότε ανακαλύπτουν πως υπάρχουν πυρσοί πάνω στο τοίχο του λαβύρινθου, οπότε ο δράκος χωρίς δευτερη σκέψη ανάβει έναν από αυτούς και ο Άγγελος σηκώνει τον αναμμένο πυρσό.
            «Θα ψάξουμε μαζί την έξοδο για τον κόσμο σου! Μη φοβάσαι!» και όντως λίγο αργότερα βρίσκουν μια έξοδο και ο δράκος ευχαριστεί τον Άγγελο που τον βοήθησε. Στη συνέχεια, ψάχνει για την δική του διέξοδο και σαν προχωρά, βλέπει το σχολείο του, οπότε ξυπνά, αλλά αυτήν τη φορά ένιωθε ηρεμία.
            Από τον ενθουσιασμό του τρέχει προς το δωμάτιο του παππού και πάει να χτυπήσει την πόρτα, αλλά εκείνος του ανοίγει και του λέει:
            «Σε περίμενα Άγγελε! Το περίμενα πως θα λειτουργήσει η τεχνική! Πάμε έξω στη βεράντα να συζητήσουμε!» και ο Άγγελος τον αγκαλιάζει με χαρά. Σαν κάθονται έξω, πρώτος μιλά ο εγγονός:
            «Αντιμετώπισα τον δράκο, χωρίς να τον φοβάμαι. Απλώς τον παρατηρούσα κι έπειτα του έδειξα το δρόμο έξω από τον λαβύρινθο».
            «Υπάρχει και κάτι άλλο που θέλεις να μου πεις, έτσι δεν είναι;»
            «Ναι, παππού. Στο τέλος του οραματισμού είδα το σχολείο. Αυτό είναι που με προβληματίζει».
            «Είναι κάποιος συμμαθητής που σε εκφοβίζει; Αυτός ήταν ο συμβολισμός του δράκου;»
            «Ναι, παππού».
            «Θα δεις. θα πάμε να μιλήσουμε στους δασκάλους και στους γονείς του παιδιού και όλα θα πάνε καλύτερα. Μπορεί να γίνετε και φίλοι».
            «Σε ευχαριστώ παππού!».
            «Και να θυμάσαι πάντα πως όσο και να σκοτεινιάσει, την επόμενη πάλι ξημερώνει!».                               

Τέλος             

Μοσχόπουλος Γεράσιμος

Β’ έπαινος στον 15ο Λογοτεχνικό Διαγωνισμό Εταιρίας Τέχνης, Επιστήμης και Πολιτισμού Κερατσινίου.              

2 σχόλια:

  1. Eξαιρετικό το παραμύθι σου Γεράσιμε και με ευφάνταστη πλοκή και δέσιμο νοημάτων....Εύγε , εύγε !!!!

    ΑπάντησηΔιαγραφή